θώρακας

Κοιλότητα του σώματος που ορίζεται εξωτερικά από τη βάση του τραχήλου προς τα πάνω και από το πλευρικό τόξο προς τα κάτω. Το σχήμα του θ., αν και είναι κυλινδρικό σε γενικές γραμμές, παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία από άτομο σε άτομο, ανάλογα με τον τύπο του και ορισμένες τοπικές ή γενικές παθολογικές αλλοιώσεις. Στον ραχιτισμό, για παράδειγμα, o θ. παραμορφώνεται, το στέρνο προβάλλει προς τα έξω και η βάση διευρύνεται, μοιάζοντας έτσι με τον θ. των πτηνών ή με καρίνα πλοίου (τροπιδοειδής θ.). Ενίοτε στην ίδια πάθηση δημιουργούνται οζώδη εξογκώματα κατά μήκος των πλευρών, στο ύψος των χονδροπλευρικών συναρθρώσεων (ραχιτικό κομβολόγιο). Στο πνευμονικό εμφύσημα o θ. διευρύνεται προς όλες τις διαμέτρους του, παίρνοντας έτσι χαρακτηριστικό σχήμα (βαρελοειδές) που σε συνδυασμό με τον περιορισμό των αναπνευστικών κινήσεων, συμβάλλει στη δημιουργία της χαρακτηριστικής κλινικής εικόνας. Στην κύφωση και στη σκολίωση της σπονδυλικής στήλης προκαλούνται αποκλίσεις του θ. προς τα εμπρός και τα πλάγια. Η θωρακική κοιλότητα είναι ένα οστέινο κλουβί, με κύριο λειτουργικό έργο την προστασία ορισμένων οργάνων ζωτικής σημασίας για τον άνθρωπο, όπως είναι οι πνεύμονες, η καρδιά και τα μεγάλα αγγεία. Αποτελείται από τους θωρακικούς σπονδύλους, οι οποίοι βρίσκονται στο πίσω μέρος, από τις πλευρές, οι οποίοι ξεκινώντας από τους σπόνδυλους με μια καμπύλη κυρτή προς τα έξω περιγράφουν τη θωρακική κοιλότητα και ενώνονται μπροστά με το στέρνο· από το ίδιο το στέρνο, που με το πλακώδες σχήμα του καταλαμβάνει το μπροστινό τμήμα του θ. Η βάση κλείνει με το διάφραγμα. Τα όργανα που περιλαμβάνονται μέσα στη θωρακική κοιλότητα έχουν τέτοια διάταξη ώστε να τη διαχωρίζουν σε τρεις τομείς: σε δύο πλάγιους που ονομάζονται πλευροπνευμονικοί και σε έναν μέσο που καλείται μεσοθωράκιο. Το μεσοθωράκιο, πλούσιο σε χαλαρό συνδετικό ιστό, ορίζεται μπροστά από το στέρνο, πίσω από τη σπονδυλική στήλη και στα πλάγια από τους πνεύμονες. Περιέχει τα μεγάλα αιμοφόρα αγγεία, φλεβικά και αρτηριακά, καθώς και την τραχεία, τον οισοφάγο και τους μεγάλους βρόγχους. Ο θ., εκτός από το ότι προστατεύει όλους αυτούς τους ιστούς και τα ζωτικά όργανα, συμμετέχει ενεργά στη λειτουργία της αναπνοής. Με τη σύσπαση του διαφράγματος και των επικουρικών αναπνευστικών μυών προκαλείται αύξηση των διαμέτρων του θ., διάταση των πνευμόνων και εισροή αέρα, δηλαδή εισπνοή και ακολούθως εκπνοή. θωρακικοί μύες.Δύο μύες στο επάνω μέρος του θ., οι οποίοι τραβούν τα χέρια μπροστά από το σώμα, κινούν τους ώμους και ανυψώνουν κάποιες πλευρές. θωρακικοί σπόνδυλοι. Δώδεκα σπόνδυλοι που αρθρώνονται στις πλευρές. Αποτελούν το αμέσως κατώτερο των αυχενικών σπονδύλων τμήμα της σπονδυλικής στήλης και το μέσο οπίσθιο τοίχωμα του θ. Σε αντίθεση με τους υπόλοιπους σπονδύλους, έχουν τρεις αρθρικές επιφάνειες από τις δύο πλευρές, δηλαδή δύο πλευρικά ημιγλήνια (πάνω και κάτω) και μία κάθετη γλήνη, για να συνδέονται με τις πλευρές. θωρακοσκόπηση.Επιθεώρηση των υμένων που καλύπτουν τους πνεύμονες, με χρήση ενός ενδοσκοπίου που εισάγεται μέσω μιας τομής στη θωρακική κοιλότητα. θωρακοτομή. Χειρουργική επέμβαση κατά την οποία γίνεται τομή στο στήθος για να εγχειριστεί η καρδιά, οι πνεύμονες ή άλλο όργανο που βρίσκεται στη θωρακική κοιλότητα.
* * *
ὁ (ΑΜ θώραξ, Α επικ. και ιων. τ. θώρηξ και αιολ. τ. θόρραξ)
1. μετάλλινο ή δερμάτινο περίβλημα που προφύλασσε το στήθος και τα νώτα τών πολεμιστών
2. το μέρος τού σώματος που καλύπτεται από τον θώρακα, το τμήμα τού κορμού τού ανθρώπου και τών σπονδυλωτών, γενικά, το οποίο περικλείει μέσα σε στερεά οστέινα τοιχώματα τους πνεύμονες και την καρδιά
νεοελλ.
1. η επένδυση πυροβολείου, πολεμικού πλοίου, αυτοκινήτου κ.ά. χώρων ή οχημάτων με μεταλλικές πλάκες ή ελάσματα για προφύλαξη από τα βλήματα
2. εντομολ. το αμέσως μετά την κεφαλή μέρος τού σώματος τών εντόμων
αρχ.
1. στηθόδεσμος
2. έπαλξη τείχους, αμυντικό προτείχισμα, θωράκιο.
[ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ., παρά το γεγονός ότι η ονομ. πληθ. torake μαρτυρείται στη Μυκηναϊκή. Κατά μία εικασία πρόκειται για δάνεια λ., οπότε θα μπορούσε να θεωρηθεί κοινής προελεύσεως με τη λατ. δάνεια λ. lorica «θώραξ». Κατ' άλλη εικασία, συνδέεται με το αρχ. ινδ. dhāraka-«δοχείο». Αρχική είναι η σημασία «πανοπλία». Κατ' επέκτασιν, θώραξ ονομάστηκε και το τμήμα τού σώματος που προφυλασσόταν απ' αυτόν. Ως ιατρ. όρος η λ. πρωτοχρησιμοποιήθηκε από τον Ιπποκράτη.
ΠΑΡ. θωρακίζω, θωρακικός, θωράκω(ν), θωρακίτης
αρχ.
θωρακείο, θωρακίς, θωρήσσω
νεοελλ.
θωρακωτός.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) θωρακοφόρος
αρχ.
θωρακοειδής, θωρακοζώνη, θωρακοποιός, θωρακοπώλης
μσν.
θωρακοφορία
νεοελλ.
θωρακεκτομή, θωρακοβάρις, θωρακογράφος, θωρακοδίδυμος, θωρακοδρόμων, θωρακοκέντηση, θωρακομετρία, θωρακοπλαστική, θωρακοσκοπία, θωρακοστομία, θωρακόστρακα, θωρακοτομία, θωρακοφρεγάτα. (Β' συνθετικό) στενοθώραξ
αρχ.
ακροθώραξ, αργυροθώραξ, γυαλοθώραξ, ισχυροθώραξ, λευκοθώραξ, λινοθώραξ, μακροθώραξ, ορσοθώραξ, σιδηροθώραξ, χαλκ(ε)οθώραξ, χρυσοθώραξ
νεοελλ.
ημιθώραξ, πνευμο(νο)θώραξ, προθώραξ, στενοθώρακος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • θώρακας — ο γεν. πληθ. θωράκων 1. στήθος, το μέρος του σώματος στο οποίο βρίσκονται οι πνεύμονες και η καρδιά: Ακτινογραφία θώρακα. 2. το μεσαίο από τα τρία τμήματα του σώματος του εντόμου. 3. είδος αμυντικού όπλου για την προστασία του στήθους. 4. μτφ.,… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Θώρακας — Θώραξ corslet masc acc pl Θῶραξ masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θώρακας — θώρᾱκας , θώραξ corslet masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πανοπλία — Το σύνολο των κομματιών καθένα με διαφορετικό σχήμα, ανάλογα με το μέρος του σώματος για το οποίο προοριζόταν που χρησιμοποιούσαν στο παρελθόν για να προστατεύουν τον άνθρωπο ή το άλογο από τα χτυπήματα των όπλων του εχθρού. Η π. ή «αρματωσιά»… …   Dictionary of Greek

  • θωρακείον — θωρακεῑον, τὸ (Α) [θώραξ] 1. (για περίφρακτο χώρο) αμυντικό τείχος, προπέτασμα, θώρακας, θωράκιο 2. (για επιφάνεια τοίχου) τμήμα που φθάνει στο ύψος τού στήθους 3. (για τριήρη) κουπαστή 4. ακρόπρωρο, διακοσμητικό σύμβολο ή μορφή στην πλώρη τών… …   Dictionary of Greek

  • εσωλούρικον — ἐσωλούρικον, τὸ (Μ) θώρακας. [ΕΤΥΜΟΛ. < έσω + λουρίκιον < λατ. lorica «θώρακας»] …   Dictionary of Greek

  • κίθαρος — κίθαρος, ὁ (Α) (δωρ. τ.) 1. ο θώρακας τού σώματος, το στήθος 2. είδος ψαριού τής Ερυθράς Θάλασσας, ιερού τού Απόλλωνος, αλλ. κιθαρωδός 3. επίσης είδος ψαριού τού Νείλου. [ΕΤΥΜΟΛ. < κιθάρα. Το σχήμα τής κιθάρας οδήγησε στην παρομοίωση με τον… …   Dictionary of Greek

  • λεπτόστρακα — (leptostraca). Τάξη θαλάσσιων, μαλακόστρακων μαλακίων με σώμα μήκους 1 4 εκ. Ο θώρακας και το μπροστινό τμήμα της κοιλιάς τους είναι σκεπασμένα από δίθυρο θυρεό, ο οποίος αποτελεί τύπο χιτινώδους περιβλήματος και δεν συμφύεται με τα θωρακικά… …   Dictionary of Greek

  • λουρίκι — το (Μ λουρίκιον) μετάλλινος θώρακας τών Βυζαντινών στρατιωτών. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. λουρίκιον < λωρίκιον, με κώφωση < λατ. lorica «θώρακας»] …   Dictionary of Greek

  • λωρίκα — λωρῑκα, ἡ (Α) λωρίκιον*, θώρακας. [ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. lorica «θώρακας»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.